4.3.08

Ηχηρό

Αν παρατηρήσει κανείς προσεκτικά θα αντιληφθεί ότι η ένταση της φωνής των ανθρώπων γύρω του είναι συνήθως πάρα πολύ υψηλή. Τις περισσότερες φορές δεν υπάρχει κανένας λόγος, δεν συμβαίνει για παράδειγμα επειδή έχει πολύ κόσμο και θέλουμε να ακουστούμε. Δεν συμβαίνει επειδή η φασαρία του δρόμου σκεπάζει τα λόγια μας. Επικοινωνούμε μεταξύ μας μιλώντας δυνατά από συνήθεια, από αδιαφορία για την ύπαρξη άλλων δίπλα μας, από ανασφάλεια για να ενισχύσουμε το επιχείρημά μας. Και φυσικά μιλάμε δυνατά όταν απευθυνόμαστε στα παιδιά μας.

Ο τόνος της φωνής είναι σημαντικός στην επικοινωνία με ένα παιδί, ειδικά όταν είναι ακόμα πολύ μικρό και δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα που χρησιμοποιούμε. Με τον τόνο μπορεί να ξεχωρίσει το νανούρισμα που το προετοιμάζει για ύπνο, τη ζωηράδα στο παιχνίδι, την τρυφερότητα, τη φροντίδα ή την επίπληξη. Η ένταση, όμως, της φωνής δεν νομίζω ότι προσφέρει κάτι στην επικοινωνία με ένα παιδί. Βέβαια στην περίπτωση της επίπληξης είναι μερικές φορές αναπόφευκτη. Ακόμα και αν ο γονιός δεν είναι υπέρ αυτής της συμπεριφοράς, ενδέχεται να είναι τόσο εξαντλημένος από τον διαπληκτισμό με το παιδί του ώστε να καταλήξει να βάλει τις φωνές. Υπάρχουν φορές που πιάνω τον εαυτό μου να υψώνει τη φωνή γνωρίζοντας ότι αυτό θα φέρει τελικά αντίθετο αποτέλεσμα από το επιθυμητό. Συνήθως συμβαίνει όταν ο γιος μας αγνοεί επιδεικτικά θέματα ασφάλειας τα οποία φυσικά γνωρίζει και έχει ακούσει επανειλημμένα. Βλέποντάς τον για πολλοστή φορά στο πίσω μέρος της τηλεόρασης με όλα τα καλώδια γύρω του, έντρομη για τον κίνδυνο και θυμωμένη που παρακούει, εκρήγνυμαι και του απευθύνω την πλέον άσκοπη ερώτηση, «Πόσες φορές έχουμε πει ότι δεν πάμε στα καλώδια»;

Πέρα από τη θεωρία για την ένταση της φωνής, αποδεικνύεται και στην πράξη ότι μια παρατήρηση έχει αποτέλεσμα όταν εκφράζεται με σαφή και απόλυτο τρόπο, ώστε να μην αφήνει περιθώρια, αλλά με ηρεμία και συγκρότηση. Όταν χάνω τα δύο τελευταία, απλά τον απομακρύνω από το επικίνδυνο σημείο και αφήνω τη συζήτηση για κάποια άλλη στιγμή που θα είμαστε και οι δύο σε καλύτερη διάθεση.

Ωστόσο, οι φωνές σε απλούς διαλόγους συνεννόησης δεν εξυπηρετούν κανέναν σκοπό και το μόνο που πετυχαίνουν είναι να διδάξουν σε ένα παιδί ότι αυτός είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος προφορικής επικοινωνίας. Εδώ δεν νομίζω ότι χωράει ζήτημα παρατήρησης ή επίπληξης, ούτε κούρασης του γονιού.

Τα παιδιά φωνάζουν επειδή είναι παιδιά και παίζουν, επειδή γενικά εκφράζονται και ζουν με μεγαλύτερη ένταση που πηγάζει από την ηλικία και την ενέργειά τους. Η ενέργεια των γονιών τις περισσότερες φορές αναλώνεται γρηγορότερα κι εκεί ακριβώς εντοπίζω, προσωπικά τουλάχιστον, το αδύνατο σημείο που με κάνει να πλησιάζω επικίνδυνα στις φωνές. Εκεί που έχω πια αδειάσει ενώ ο Αχιλλέας συνεχίζει απτόητος, αντιλαμβανόμενος συνήθως τη δική μου διάλυση.

------
Σήμερα το πρωί άκουσα από κάποια γειτονική πολυκατοικία παιδικές φωνές και αμέσως μετά ένα βροντερό και δυνατό Σκάσε. Δεν το έχω βγάλει από το μυαλό μου.

2 σχόλια:

Μαριλένα είπε...

Γεια σου Διόνα, καλώς σε βρίσκω, πολύ ωραία τα όσα λες περί έντασης φωνής, δε θα μπορούσα να συμφωνώ περισσότερο. Να χαίρεσαι τον Αχιλλέα σου :-).

Διόνα είπε...

Γεια σου Μαριλένα και καλώς ήρθες στα μέρη μας. Χάρηκα πολύ με την επίσκεψή σου :)

Related Posts with Thumbnails